ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

1. Γενικές παρατηρήσεις

Το ερώτημα που προκύπτει από την σχέση διαδικτύου και ποινικής νομοθεσίας είναι , αν η συμπεριφορά των χρηστών του διαδικτύου μπορεί να ρυθμιστεί με ποινικούς κανόνες δικαίου και εάν στην συνέχεια οι ποινικοί αυτοί κανόνες μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Το πρώτο αποτελεί ερώτημα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και το δεύτερο ερώτημα του ποινικού δικονομικού δικαίου.

Η απάντηση είναι: Πάρα πολύ δύσκολα και σε πολύ περιορισμένο τομέα . Και αυτό γιατί, η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο γρήγορα, που η νομοθεσία όσο και αν προσπαθεί "ασθμαίνουσα``, αδυνατεί να την προφτάσει. Επιπλέον για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, τόσο σε τεχνικό, όσο και σε νομικό επίπεδο. Η απόκτηση των γνώσεων αυτών από νομικούς, που έχουν σχέση με την έρευνα, δίωξη και εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα κάθε πολιτείας.

Στο ποινικό πεδίο οι έννομες τάξεις έρχονται κατά κανόνα εκ των υστέρων να ρυθμίσουν νομοθετικώς τις καταστάσεις, πιεζόμενες από τα πράγματα. Κλασσικό παράδειγμα στον τομέα της τεχνολογίας αποτελεί η εμφάνιση των εγκλημάτων που διαπράττονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (computer crimes ). Πριν από δυο δεκαετίες περίπου η "συμβατική νομοθεσία" δεν επαρκούσε για την αντιμετώπισή τους. Σήμερα όλες οι προηγμένες (τουλάχιστον) χώρες έχουν καταρτίσει σχετική νομοθεσία, που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα εγκλήματα που διαπράττονται με τη χρήση υπολογιστών. Στην Ελληνική έννομη τάξη ισχύει ο Ν. 1805/1988, ο οποίος τροποποίησε ή συμπλήρωσε τις σχετικές διατάξεις του ποινικού κώδικα ( άρθρα 13γ, 370Β, 370Γ, 386Α ) αφορά τα εγκλήματα που διαπράττονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Computer crimes).

Στο ίδιο σημείο με αυτό της προ δεκαπενταετίας, νομοθετικής ελλείψεως βρίσκονται σήμερα οι έννομες τάξεις, όσον αφορά το θέμα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο (cyber crime). Πολλά από τα εγκλήματα που έχουν παρουσιαστεί στο διαδίκτυο, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την συμβατική νομοθεσία, στο χώρο τουλάχιστο του ποινικού δικαίου. Σημειώνεται ότι ελάχιστα κράτη έχουν θεσπίσει μέχρι σήμερα ειδική νομοθεσία, για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι, η κατάρτιση νομοθεσίας για την καταπολέμιση της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο δεν αποτελεί "εσωτερική υπόθεση" κάθε κράτους χωριστά. Λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των εγκλημάτων του κυβερνοχώρου απαιτείται κατάρτιση συμβάσεων στα πλαίσια Διεθνών οργανισμών, με ιδιαίτερη έμφαση στη Δικαστική και αστυνομική Συνεργασία.

Από μη νομικούς έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι, δεν απαιτείται η κατάρτιση νέας νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο και ότι δεν υπάρχει νομικό κενό στο διαδίκτυο , διότι αναλογικά το " κοινό δίκαιο " μπορεί να εφαρμοστεί και στον χώρο του διαδικτύου. H άποψη βέβαια αυτή είναι εμφανώς εσφαλμένη, καθότι στον ποινικό τουλάχιστο χώρο, δεν ισχύει η αρχή της αναλογίας.

2. Διαδίκτυο και Γενικό Ποινικό Δίκαιο

Στην Ελληνική έννομη τάξη δεν υπάρχει γενικός νόμος που να αναφέρεται αποκλειστικώς σε θέματα διαδικτύου και ειδικότερα να ρυθμίζει την συμπεριφορά των χρηστών του διαδικτύου από άποψη ποινικού δικαίου.

Ο Ν. 1805/88, ο οποίος τροποποίησε ή συμπλήρωσε τις σχετικές διατάξεις του ποινικού κώδικα ( άρθρα 13γ, 370Β, 370Γ, 386Α ) αφορά τα εγκλήματα που διαπράττονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Computer crimes), δηλαδή αναφέρεται γενικώς στην ηλεκτρονική εγκληματικότητα. Όταν καταρτιζόταν ο νόμος αυτός το διαδίκτυο δεν είχε λάβει τις σημερινές του διαστάσεις και κατά συνέπεια δεν είχε γίνει αισθητή η ανάγκη καταρτίσεως ειδικότερης νομοθεσίας. Η διατύπωση όμως του νόμου αυτού έχει γίνει με τέτοιο τρόπο (συνδυασμός τεχνικών και νομικών εννοιών), που είναι εμφανής η επιθυμία του συντάκτη, να περιλάβει στο μέλλον και κάθε μορφή συμπεριφοράς, που θα δημιουργήσει η εξέλιξη της τεχνολογίας.

Ανεξάρτητα όμως από το εάν ο παραπάνω Ν. 1805/1988 επαρκεί ή όχι για την ποινική κάλυψη των θεμάτων που προκύπτουν από την ανάπτυξη της πληροφορικής , το βέβαιον είναι ότι, δεν επαρκεί να "καλύψει" τα εγκλήματα που έχουν παρουσιαστεί από την χρήση του διαδικτύου.

Στο βαθμό βέβαια που τα προβλεπόμενα εγκλήματα ( 370Β, 370Γ, 386Α ) διαπράττονται και σε περιβάλλον Διαδικτύου (Internet), τότε τα άρθρα αυτά, εφαρμόζονται και στις εκάστοτε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

3.Προσπάθεια νομικής αντιμετώπισης του θέματος στον Ευρωπαϊκό νομικό χώρο.

Η πρωτοπορία και στη νομική αντιμετώπιση το εγκλήματος στον κυβερνοχώρο ανήκει, όπως και η τεχνική, στις Η.Π.Α. Η Ελλάδα συνεργάζεται με τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής ΄Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και άλλων Διεθνών Οργανισμών, για την αντιμετώπιση των σχετικών θεμάτων .

Στον Ευρωπαϊκό χώρο γίνεται προσπάθεια να ρυθμιστεί το θέμα, η δε προσπάθεια αυτή βρίσκεται σε ακόμα σε εξέλιξη. Σχετικές προσπάθειες πάντως έχουν γίνει τόσο στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Α) Συμβούλιο Ευρώπης και έγκλημα στον κυβερνοχώρο.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει ασχοληθεί τόσο με το ηλεκτρονικό έγκλημα, όσο και με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο. Έχουν εκδοθεί δύο σχετικές με το θέμα συστάσεις και ειδικότερα :

α) Η Σύσταση No R (89) 9 σχετική με το έγκλημα που διαπράττεται με ηλεκτρονικό υπολογιστή (Recommendation No R (89) 9 on Computer - related crime ).

(β) Η Σύσταση No R (95) 13 για τα ποινικά δικονομικά προβλήματα που συνδέονται με την τεχνολογία των πληροφοριών (Recommendation No R (95) 13 Problems of criminal procedural Law connected with information technology).

Στο Συμβούλιο της Ευρώπης καταρτίζεται από το έτος 1997 Διεθνής Σύμβαση με αντικείμενο την καταπολέμηση του εγκλήματος στο Κυβερνοχώρο. Στην κατάρτιση της Σύμβαση αυτής συμμετέχει και η Ελλάδα. Σκοπός της Συμβάσεως είναι η προστασία της Κοινωνίας από το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, με την θέσπιση της κατάλληλης νομοθεσίας και την επίτευξη της ανάλογης με το θέμα Δικαστικής Συνεργασίας μεταξύ των κρατών, που θα υπογράψουν την Σύμβαση. Αρχικώς ως χρονοδιάγραμμα για την περαίωση των εργασιών, είχε τεθεί το τέλος του έτους 1999. Επειδή όμως τα προβλήματα (νομικά και τεχνικά ) που προέκυψαν κατά την συζήτηση ήταν τόσα πολλά και τόσο περίπλοκα, ζητήθηκε (και χορηγήθηκε) παράταση της προθεσμίας περαιώσεως μέχρι το τέλος του 2000. Ήδη η Σύμβαση έχει περαιωθεί και πρόκειται να ανοίξει για υπογραφές" σε ειδική τελετή που θα γίνει στις 22 και 23 Νοεμβρίου 2001 στην Βουδαπέστη.

Η συγκεκριμένη σύμβαση καθιερώνει την υποχρέωση εναρμονίσεως των Εθνικών νομοθεσιών σε θέματα εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο (internet crimes) τόσο σε θέματα ποινικού, όσο και Αστικού Δικαίου.

Κύριο χαρακτηριστικό της Διεθνούς αυτής Συμβάσεως είναι η υποχρέωση που αναλαμβάνουν τα κράτη-μέλη, να ποινικοποιήσουν ορισμένη συμπεριφορά στο διαδίκτυο. Ενδιαφέρουσες διατάξεις, που έχουν σχέση με την ασφάλεια στο διαδίκτυο, από ουσιαστική ποινική άποψη είναι οι παρακάτω:

α)Η Παράνομη πρόσβαση (illegal Access).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως κάθε μέλος θα θεσπίσει νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, όταν διαπράττεται εκ προθέσεως την πρόσβαση σε ολόκληρο ή σε μέρος συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών, χωρίς δικαίωμα. Το μέρος μπορεί να απαιτεί ότι, το αδίκημα θα διαπράττεται ή με παραβίαση των μέτρων ασφαλείας ή με το σκοπό αποκτήσεως ηλεκτρονικών δεδομένων ή για άλλο παράνομο σκοπό ή σε σχέση με ένα σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών, που συνδέεται με άλλο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό να ποινικοποιήσει αυτό που στην γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι γνωστό ως ``hacking``. Ο όρος στα Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως ``εισβολή``. Ως εισβολή μπορεί να οριστεί η ενέργεια το εισβολέα (``hacker``) να εισέλθει (διεισδύσει - αποκτήσει πρόσβαση), με διάφορους τεχνικούς τρόπους, σε ξένα συστήματα υπολογιστών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ασφάλεια του ηλεκτρονικού συστήματος, δηλαδή η πρόληψη της πρόσβασης από μη εξουσιοδοτημένα άτομα στο σύστημα. Αποτελεί δηλαδή το άρθρο αυτό, το ``ηλεκτρονικό αντίστοιχο στον κυβερνοχώρο`` της διατάραξης οικιακής ειρήνης (άρθρο 334 Π.Κ.). Όπως δηλαδή ο δικαιούχος της κατοικίας έχει το δικαίωμα να ορίζει ποιος μπορεί να εισέρχεται και να παραμένει σ΄ αυτήν, έτσι και ο "δικαιούχος" του ηλεκτρονικού υπολογιστή δικαιούται να ορίζει ποιος θα τον χρησιμοποιεί και ποιος θα "εισέρχεται" σ΄ αυτόν.

Ο δικαιολογητικός λόγος της ποινικοποιήσεως της παράνομης πρόσβασης συνίσταται στο γεγονός ότι, ο κάθε κάτοχος ή χρήστης ηλεκτρονικού υπολογιστή πρέπει να έχει το δικαίωμα να ορίζει ο ίδιος, τα άτομα που μπορούν να έχουν πρόσβαση ή εξουσία χρήσεως του υπολογιστή ή του συστήματος υπολογιστή.

Ο όρος "πρόσβαση" περιλαμβάνει την "χωρίς εξουσιοδότηση είσοδο" σε ολόκληρο τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ή μέρος αυτού (π.χ. σε επιμέρους φακέλους). Δεν περιλαμβάνει όμως την χωρίς δικαίωμα αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή φακέλων.

Για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται πρόθεση , όπως αυτός προσδιορίζεται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο κάθε μέλους κράτους. Οι περισσότερες νομοθεσίες των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικές με την παράνομη πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.

β) Η αθέμιτη παγίδευση - υποκλοπή (illegal interception)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Συμβάσεως κάθε μέλος θα πρέπει να θεσπίσει νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, όταν διαπράττεται εκ προθέσεως η παγίδευση - υποκλοπή, που γίνεται με τεχνικά μέσα, από μη δημόσια εκπομπή δεδομένων ηλεκτρονικών υπολογιστών, από, προς ή μέσα σ' ένα σύστημα υπολογιστών, συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών από ένα σύστημα υπολογιστών, που "μεταφέρει" τέτοια στοιχεία. Ένα μέλος μπορεί να απαιτήσει ότι το αδίκημα διαπράττεται με παράνομο σκοπό ή σε σχέση με ένα σύστημα υπολογιστών, το οποίο συνδέεται με άλλο σύστημα.

Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε μορφή υποκλοπής ηλεκτρονικών δεδομένων, είτε αυτά διακινούνται δια του κυβερνοχώρου με μεταφορά φακέλων (file transfer), είτε με e-mail, είτε με FAX.

Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι ``το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και της ασφάλειας των τηλεπικοινωνιών στον κυβερνοχώρο`` Αποτελεί δηλαδή το άρθρο αυτό, το ``ηλεκτρονικό αντίστοιχο στον κυβερνοχώρο`` της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (υποκλοπή).

Στην Ελληνική έννομη τάξη η συμπεριφορά αυτή προβλέπεται στην στο άρθρο 370 Α §§1 και 2 Π.Κ. Σύμφωνα με αυτό όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιαδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση. Η χρησιμοποίηση από τον δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Επίσης, όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων, που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση.

γ) Επέμβαση σε δεδομένα (Data interference)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συμβάσεως κάθε μέλος θα πρέπει να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως η καταστροφή (damaging), η διαγραφή (deletion ), η χειροτέρευση (deterioration), η μεταβολή (alteration), ή η απόκρυψη (suppression) δεδομένων χωρίς δικαίωμα. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να προστατεύσει τα δεδομένα (data) και τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών ως "υλικές υποστάσεις" από οποιαδήποτε επέμβαση (παρεμβολή), που γίνεται με πρόθεση πρόκλησης ζημιάς σ΄ αυτά. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ακεραιότητα και η κανονική λειτουργία ή χρήση των αποθηκευμένων δεδομένων ή των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Ως εγγύτερο άρθρο στην Ελληνική έννομη τάξη μπορεί να θεωρηθεί αυτό της φοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 381 Π.Κ.).

δ)Επέμβαση σε σύστημα (System Interference)

Σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή ("Computer system") σημαίνει κάθε συσκευή ή ομάδα συσκευών που είναι εσωτερικώς συνδεδεμένες μεταξύ των ή με άλλες σχετικές συσκευές, μια ή περισσότερες από τις οποίες επεξεργάζονται αυτομάτως δεδομένα (data), σύμφωνα με κάποιο πρόγραμμα.

Δεδομένα υπολογιστή (computer data) είναι κάθε αναπαράσταση (representation) γεγονότων (facts), πληροφοριών ή εννοιών (concepts) σε μορφή κατάλληλη για επεξεργασία σε σύστημα υπολογιστή, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος κατάλληλο να προκαλέσει σ΄ ένα σύστημα υπολογιστή την εκτέλεση μιας λειτουργίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συμβάσεως κάθε μέλος θα πρέπει να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα, που είναι απαραίτητα, για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με την Εθνική του Νομοθεσία, όταν διαπράττεται εκ προθέσεως η σοβαρή παρεμπόδιση, χωρίς δικαίωμα, της λειτουργίας ενός συστήματος υπολογιστή, που γίνεται με πρόσθεση (Inputting), μεταφορά ( transmitting), καταστροφή (damaging), διαγραφή (deleting), χειροτέρευση (deterioration), μεταβολή (alteration), ή απόκρυψη (suppression) δεδομένων υπολογιστών.

Το προστατευόμενο έννομο αγαθό στο άρθρο αυτό είναι το δικαίωμα του χρήστη να έχει μια "κανονική" λειτουργία του υπολογιστή του. Η διάταξη αυτή ποινικοποιεί, αυτό που στην γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι γνωστό ως ``computer sabotage`` (δολιοφθορά ηλεκτρονικού υπολογιστή).


ε)Κακή χρήση συσκευών (misuse of devices)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συμβάσεως κάθε μέλος θα πρέπει να θεσπίσει τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα, που είναι απαραίτητα προκειμένου να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα σύμφωνα με την Εθνική του Νομοθεσία, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως και χωρίς δικαίωμα η παραγωγή, πώληση, η προετοιμασία για χρήση εισαγωγή, διανομή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο διάθεση μιας συσκευής συμπεριλαμβανομένου προγράμματος υπολογιστή που έχει σχεδιαστεί ή προσαρμοστεί πρωτίστως για τους σκοπούς διάπραξης οποιουδήποτε από τα αδικήματα που θεμελιώνονται στα άρθρα 2-5 της Συμβάσεως.

Στην Ελληνική έννομη τάξη το άρθρο αυτό αντιστοιχεί με το 370 Α §7 Π.Κ. Σύμφωνα με αυτό, όποιος διαθέτει στο εμπόριο ή με άλλον τρόπο προσφέρει για εγκατάσταση τεχνικά μέσα ειδικά μόνο για την τέλεση των πράξεων των §§ 1 και 2 αυτού του άρθρου ή δημόσια διαφημίζει ή προσφέρει τις υπηρεσίες του για την τέλεσή τους τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή.

Β). Η θέση της Ευρωπαϊκής ΄Ένωσης απέναντι στο διαδίκτυο

H Ευρωπαϊκή Eνωση δεν έμεινε αδιάφορη απέναντι στο ηλεκτρονικό έγκλημα γενικότερα και στον κυβερνοχώρο (Internet) ειδικότερα.΄Έτσι στις 17.2.1997 εκδίδεται το Νο 97/C 70/01 ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, που συνήλθαν στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κύριο χαρακτηριστικό του ψηφίσματος αυτού είναι ότι η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση αναγνωρίζει τα θετικά οφέλη που προσφέρει ο κυβερνοχώρος, ιδιαίτερα στον τομέα της εκπαίδευσης, παρέχοντας δυνατότητες στους πολίτες, μειώνοντας τα εμπόδια ως προς τη δημιουργία και τη διανομή περιεχομένου και προσφέροντας ευρεία πρόσβαση σε όλο και πλουσιότερες πηγές ψηφιακών πληροφοριών. Αναγνωρίζει επίσης το παραπάνω ψήφισμα την ανάγκη καταπολέμησης της παράνομης χρήσης των τεχνικών δυνατοτήτων του κυβερνοχώρου, ιδιαίτερα για αξιόποινες πράξεις κατά των παιδιών. Πριν από την έκδοση του ψηφίσματος αυτού είχαν γίνει για το θέμα διάφορες επίσημες ή ανεπίσημες για το θέμα συναντήσεις .

Χαρακτηριστικό επίσης του ψηφίσματος αυτού είναι ότι, η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση διαχωρίζει το περιεχόμενο (content) του διαδικτύου, δηλαδή τα δεδομένα - στοιχεία (data), που διακινούνται, σε παράνομο και επιβλαβές.

α)Παράνομο περιεχόμενο του Internet

Το σχετικό ψήφισμα (97/C 70/01/17-2-1997) του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης για το παράνομο και επιβλαβές περιεχόμενο του διαδικτύου (Internet), δεν καθορίζει τι είναι παράνομο και τι είναι επιβλαβές περιεχόμενο.

Κατά συνέπεια λοιπόν οι έννοιες αυτές θα προσδιοριστούν από το νομοθέτη σε περίπτωση που ψηφιστεί σχετικός νόμος που θα ρυθμίζει την συμπεριφορά, όσων ``κινούνται`` στον χώρο του διαδικτύου. Και λέγοντας εδώ " νομοθέτη " εννοούμε τον εθνικό νομοθέτη κάθε επιμέρους χώρας.

Στο σημείο όμως αυτό προκύπτει το ερώτημα , εάν οι " εσωτερικές νομοθεσίες" μπορούν αυτοτελώς, να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικώς τις παρανομίες στο κυβερνοχώρο, λόγω της φύσεως του εγκλήματος και του ιδιαίτερου τρόπου τελέσεώς των. Κατά την άποψή μου, οι εσωτερικές νομοθεσίες από μόνες τους δεν επαρκούν. Απαιτούνται πολυμερείς Διεθνείς Συμβάσεις .

Προς το παρόν ως παράνομο περιεχόμενο μπορεί να θεωρηθεί κάθετί που, είναι μεν παράνομο (και) εκτός δικτύου, μπορεί δε (τεχνικώς) να κινηθεί και εντός κυβερνοχώρου ( π.χ. συκοφαντική δυσφήμηση ).

β) Επιβλαβές περιεχόμενο του Internet

To "επιβλαβές περιεχόμενο" αποτελεί ευρύτερη έννοια απ΄ αυτή του "παρανόμου περιεχομένου". Εννοείται ότι, οτιδήποτε είναι επιβλαβές, δεν είναι οπωσδήποτε και παράνομο. Η έννοια του "επιβλαβούς περιεχομένου" ενέχει σε μεγάλο βαθμό και το υποκειμενικό στοιχείο.

Είναι ευνόητο βέβαια ότι, η έννοια του επιβλαβούς περιεχομένου έχει διαφορετική βαρύτητα, όταν πρόκειται για χρήση του του διαδικτύου (Internet) από ανηλίκους . Παράδειγμα: Στο Internet υπάρχουν εκατοντάδες θέσεις (sites) που αναφέρονται στο Σατανισμό και στη Λατρεία του Σατανά . Για πολλούς το περιεχόμενο των sites αυτών αποτελεί κλασσική μορφή "επιβλαβούς περιεχομένου". Για άλλους όμως αποτελεί μια μορφή ελεύθερης έκφρασης της προσωπικότητας ή ακόμα και μια μορφή ανεξιθρησκίας.

Γενικώς ως επιβλαβές περιεχόμενο μπορεί να θεωρηθεί, ότι αναφέρεται σε ρατσιστικές διακρίσεις ή σε παραπλανητική διαφήμιση. Ως χαρακτηριστικό (κατά την άποψή μου) παράδειγμα επιβλαβούς περιεχομένου υλικό του διαδικτύου, μπορεί να θεωρηθεί και η περίπτωση (κατά τον Οκτώβριο του 1999) πλειοδοσίας κατά την πώληση ωαρίων εμφανίσιμων γυναικών ( ``μανεκέν``) σε ειδική τοποθεσία (site). Ομοίως η περίπτωση της "ερωτικής συνεύρεσης για πρώτη φορά" (τον Αύγουστο 1998) μεταξύ δύο ``παρθένων νέων``, που όμως τελικά δεν έγινε. Είναι ευνόητο βέβαια ότι, πριν από την ματαίωση της ``παράστασης`` εκατομμύρια χρήστες από όλον τον κόσμο είχαν ``επισκεφθεί`` την αντίστοιχη τοποθεσία (site), με τεράστια οικονομικά κέρδη για τους ``διοργανωτές``. Η περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί και ως απάτη, που διαπράττεται στο διαδίκτυο. Είναι ευνόητο όμως ότι, ουδείς βλαπτόμενος (ιδιώτης) ενδιαφέρθηκε για την υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως, λαμβάνοντας υπόψη την μικρή οικονομική ζημία που υπέστη ως άτομο ή την ``διαπόμπευσή`` του για τις ``διαδικτυακές του προτιμήσεις``, σε σχέση και με τα τεράστια δικαστικά έξοδα που απαιτούνται, για την κίνηση ενός τέτοιου δικαστικού αγώνα.

Σημειωτέον ότι, για την αντιμετώπιση του παρανόμου και επιβλαβούς περιεχομένου του κυβερνοχώρου έχει προταθεί -μεταξύ των άλλων- και η δημιουργία ``οργάνου αυτορύθμισης`` στο πλαίσιο λειτουργίας των παροχέων υπηρεσιών, καθώς και λειτουργία ``θερμής γραμμής``, όπου θα μπορούν να γίνονται σχετικές (επώνυμες ή και ανώνυμες) καταγγελίες .

4. Η νομική αντιμετώπιση του "Χάκερ" κατά το γενικό ποινικό δίκαιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 370Γ§2 Π.Κ., όποιος αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών , εφ΄ όσον οι πράξεις αυτές έγιναν χωρίς δικαίωμα, ιδίως με παραβίαση απαγορεύσεων ή μέτρων ασφαλείας που έχει λάβει νόμιμος κάτοχός τους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις του κράτους ή στην ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148. Η πράξη αυτή διώκεται μόνον ύστερα από έγκληση του παθόντα. Διευκρινίζεται δε ότι, το άρθρο 148 Π.Κ., το οποίο στην §2 αποτελεί κακούργημα, αναφέρεται στην κατασκοπεία, που διαπράττεται από πολίτη, παραπέμπει δε (το άρθρο 148 Π.Κ.) και στο άρθρο 146, το οποίο αναφέρεται στην παραβίαση των μυστικών της πολιτείας, όταν διαπράττεται βέβαια από πολίτη και όχι από στρατιωτικό. Το τελευταίο αυτό σημαίνει ότι, εάν ο χάκερ, ο οποίος εισήλθε παράνομα στα ηλεκτρονικά δεδομένα του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, έλαβε στην κατοχή του ή στη γνώση του αντικείμενα ή ειδήσεις, που τα συμφέρονται της πολιτείας ή των συμμάχων της επιβάλουν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένη κυβέρνηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Αν όμως ο υπαίτιος ενήργησε με σκοπό να χρησιμοποιήσει τα ανατωτέρω αντικείμενα ή ειδήσεις για να τα διαβιβάσει σε άλλον ή να τα ανακοινώσει έτσι ώστε να μπορούν να εκθέσουν σε κίνδυνο το συμφέρον του κράτους και ιδίως την ασφάλειά του ή κάποιου από τους συμμάχους του, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, το έτος 1988 που θεσπίστηκε η συγκεκριμένη διάταξη, η χρήση του internet ήταν πολύ περιορισμένη και τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο σχεδόν άγνωστα.

Διευκρινίζεται ότι, το παραπάνω άρθρο 370 Γ Π.Κ. περιλαμβάνεται στο 22ο κεφάλαιο του ποινικού κώδικα, που προστατεύει την παραβίαση απορρήτων και προστέθηκε με το άρθρο 4 Ν. 1805/1988. Αυτό σημαίνει ότι, η θέσπιση του συγκεκριμένου άρθρου δεν αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο, αλλά στην προστασία του απορρήτου. Δεν είναι λοιπόν υπερβολικό να λεχθεί ότι, η ύπαρξη της εννοίας του "χάκερ" στην ελληνική νομοθεσία αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, που οφείλεται στην ευρεία διατύπωση του άρθρου 370 Γ §2 Π.Κ. Η Ελληνική νομοθεσία επίσης δεν προσδιορίζει τις έννοιες των διαφόρων κατηγοριών "χάκερς", όπως είναι οι cracker, whacker κλπ .

Λέγοντας απόρρητο εννοούμε το δικαίωμα του κατόχου των δεδομένων να αποκλείει άλλους από την πρόσβαση σ΄ αυτά, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη απορρήτου από ουσιαστική έννοια. Στο άρθρο 370 Β §1 ορίζεται ότι, ως απόρρητα θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους.

Είναι ευνόητον βέβαια ότι, ή παραπάνω διάταξη του άρθρου 370 Γ §2 Π.Κ. θα εφαρμοστεί κατά την περίπτωση εκείνη που ο δράστης απλώς θα έχει εισέλθει χωρίς δικαίωμα σε σύστημα υπολογιστών, χωρίς να προκαλέσει οποιαδήποτε άλλη βλάβη. Σε περίπτωση δε, που από την χωρίς δικαίωμα διείσδυσή του έχει επέλθει και παραβίαση άλλων εννόμων αγαθών, η νομική αντιμετώπιση είναι κάθε φορά ανάλογη. Έτσι π.χ. στην πλέον γνωστή υπόθεση "χάκιγκ", που απασχ΄λησε την Ελληνική νομική πράξη τον Ιούλιο του 2000, εναντίον του Έλληνα "χάκερ" γνωστού ως cyberia ασκήθηκε ποινική δίωξη και για παράβαση του άρθρου 386 Α Π.Κ. σε βαθμό κακουργήματος. Το άρθρο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται στα εγκλήματα κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, προστατεύει την περιουσία.

5. Νομικός ορισμός του "χάκερ".

Σύμφωνα λοιπόν με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για το άρθρο 370 Γ Π.Κ., ως Χάκερ, μπορεί να οριστεί το άτομο εκείνο, το οποίο, χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών. Οι χάκερς εμφανίστηκαν για πρώτη φορά κατά την δεκαετία του 1970 στις ΗΠΑ, ως δράστες κατά των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων. Σήμερα εμφανίζονται με δύο μορφές: α)με την μορφή εισόδου (διείσδυσης) σε σύστημα υπολογιστών, χωρίς την πρόκληση βλάβης και β)με την μορφή εισόδου (διείσδυσης) σε σύστημα υπολογιστών, με πρόκληση βλάβης. Το είδος της βλάβης που θα προκαλέσει εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση έχει επικρατήσει ο όρος "κράκερ", ο οποίος όμως είναι και αυτός όρος τεχνικής φύσεως και όχι νομική έννοια.

Από άποψη νομικής επιστήμης, η εξέταση της προσωπικότητας του χάκερ αποτελεί αντικείμενο της επιστήμης της εγκληματολογίας .

6. Νομικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη "χάκιγκ" κατά το Ελληνικό Δίκαιο

Για την ουσιαστική εφαρμογή του άρθρου 370 Γ §2 Π.Κ. πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:

α) πρόσβαση σε στοιχεία. Ως πρόσβαση θεωρείται κάθε διείσδυση του δράστη, που αποβέπει να λάβει γνώση των στοιχείων. Αντικείμενο της πρόσβασης είναι στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών.

β) η πρόσβαση αυτή να γίνεται χωρίς δικαίωμα, δηλαδή χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου των στοιχείων. Σε περίπτωση που υφίσταται η συγκατάθεση αυτή, είναι ευνόητον ότι, δεν θεμελειούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 370 Γ §2 Π.Κ. Σε περίπτωση που ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νομίμου κατόχου των στοιχείων, τότε τεκμαίρεται ότι, αυτός έχει το δικαίωμα νόμιμης πρόσβασης στα στοιχεία. Αυτό συνάγεται από την §3 του ίδιου άρθρου 370 Γ §2 Π.Κ., σύμφωνα με την οποία η πράξη της §2 τιμωρείται, μόνον αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμού ή από εγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμοδίου υπαλλήλου του.

Η έλλειψη δικαιώματος πρόσβασης τεκμαίρεται ιδίως όταν, γίνεται (η πρόσβαση) με παραβίαση απαγορεύσεων ή μέτρων ασφαλείας που έχει λάβει νόμιμος κάτοχός τους. Ως τέτοια μέτρα ασφαλείας θεωρούνται οι κωδικοί λέξεων (passwords) οι κωδικοί αριθμοί χρηστών, μαγνητικές κάρτες κλπ. Η διατύπωση του άρθρου 370 Γ§2 Π.Κ. είναι "αρκούντως ευρεία", ώστε να περιλαμβάνει κάθε πρόσβαση σε δεδομένα και αρχεία. Στην ευρεία αυτή διατύπωση του, οφείλεται και το γεγονός ότι, μπορεί να υπαχθεί στο άρθρο αυτό η ενέργεια του "χάκερ", δηλαδή το "χάκιγκ". Aλλωστε, το έτος 1988 που θεσπίστηκε η συγκεκριμένη διάταξη, η χρήση του internet ήταν πολύ περιορισμένη και τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο σχεδόν άγνωστα. Το έγκλημα του άρθρου 370 Γ§2 Π.Κ. είναι έγκλημα διακινδύνευσης και όχι έγκλημα βλάβης.

 

 

 

Προηγούμενη Σελίδα        Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ - ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ        Προηγούμενη Σελίδα
Advertised by Ati Advertising on www.idx.gr